παροιμία


παροιμία
пословица

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "παροιμία" в других словарях:

  • παροιμία — παροιμίᾱ , παροιμία proverb fem nom/voc/acc dual παροιμίᾱ , παροιμία proverb fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμία — η паремия – чтение из Священного Писания Ветхого (иногда Нового) Завета, которое содержит или пророчество о воспоминаемом событии, или указание на цель установления праздника. Паремии читаются на великих вечернях после входа и прокимна Этим. < …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • παροιμίᾳ — παροιμίαι , παροιμία proverb fem nom/voc pl παροιμίᾱͅ , παροιμία proverb fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμία — Απόφθεγμα σύντομο και συχνά πνευματώδες, με αρχαία παράδοση και μεγάλη διάδοση, το οποίο, με μορφή καμιά φορά μεταφορική, εκφράζει μια ηθική παραίνεση ή μια σκέψη ή έναν κανόνα, καταστάλαγμα όλα της πείρας. Η συντομία, η δηκτικότητα, ο… …   Dictionary of Greek

  • παροιμία — [паримиа] ουσ. Θ. пословица, поговорка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παροιμία — η σύντομη λαϊκή φράση που δηλώνει ή διδάσκει πειραχτικά μια αλήθεια: Τον Αράπη σαπουνίζεις; το σαπούνι σου χαλνάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παροιμίας — παροιμίᾱς , παροιμία proverb fem acc pl παροιμίᾱς , παροιμία proverb fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίαι — παροιμία proverb fem nom/voc pl παροιμίᾱͅ , παροιμία proverb fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίαν — παροιμίᾱν , παροιμία proverb fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιῶν — παροιμία proverb fem gen pl παροιμιάζω cite the Proverbs of fut part act masc voc sg παροιμιάζω cite the Proverbs of fut part act neut nom/voc/acc sg παροιμιάζω cite the Proverbs of fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίαις — παροιμία proverb fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)